Alps

Ιανουαρίου 23, 2011

Ένα τέτοιο τραγούδι, λίγος ζεστός καφές και μυρωδιά  κανέλας, αρκούν για να γίνει ο χειμώνας υποφερτός…

Advertisements

Δυο χαστούκια

Ιανουαρίου 9, 2011

Μόνη της είναι πια στη ζωή εδώ και τρεις μέρες η αγαπημένη μου θεία. Ο άντρας της, μετά από χρόνια προβλήματα υγείας λόγω καταχρήσεων κάθε είδους, μας άφησε για τον άλλο κόσμο. Αλκοόλ, γκόμενες, μπουζούκια, μα πάνω απ’ όλα συνδικαλισμός στο τελωνείο του Πειραιά, μονοπωλούσαν το χρόνο και τα ενδιαφέροντά του. Όταν το θυμόταν, έριχνε καμιά στοργική ματιά στη θεία, που τον φρόντιζε και τον υπηρέτησε μέχρι τα γεράματα. Πάνω από δεκαπέντε χρόνια έκανε την αποκλειστική του νοσοκόμα, αντί να τον σιχτιρίσει. Γιατί, αν ήταν ερωτευμένος με κάτι αυτός ο άνθρωπος, ήταν το Κόμμα και το Ποτό, κι όλα τα υπόλοιπα, απλά συμπλήρωναν την εικόνα του οικογενειάρχη. Παιδιά δεν έκαναν. Τώρα τελευταία είχε πέσει πολύ, τα εγκεφαλικά διαδέχονταν το ένα το άλλο, οι πληγές από την κατάκλιση πονούσαν  αφόρητα,  δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί κι ήταν απόλυτα εξαρτημένος από εκείνην. Μα η θεία τα υπέμενε όλα αυτά, βρίζοντας από μέσα της καμιά φορά για την κακή της τύχη: πρώτον και πιο σημαντικό, έμεινε άτεκνη. Κι έπειτα, μια ζωή είχε ν’ αντιμετωπίσει μια εξοντωτική δουλειά στον ιδιωτικό τομέα, ενώ εκείνος τα ‘ ξυνε στο τελωνείο και πληρωνόταν αδρά … κι όχι τίποτ’ άλλο, αλλά τα λεφτά δεν τα ‘τρωγαν καν μαζί, μα τα ξόδευε εκείνος μόνος του, στις ταβέρνες, τα μπαρ και τα μπουζούκια, με τις φιλενάδες του και τις αντροπαρέες του. Και είχε μάλιστα και το θράσος να κρατά τα ντοκουμέντα σε φωτογραφικό άλμπουμ στη βιβλιοθήκη του σαλονιού, δίπλα στα τεύχη της κομμουνιστικής επιθεώρησης και τη βιογραφία του Στάλιν…


***

Χτες διασχίζαμε με το αυτοκίνητο τη Γεωργίου, κι όπως κάθε φορά που περνώ μπροστά από το 12ο δημοτικό, του οποίου ήμουν κάποτε μαθήτρια, θυμήθηκα το χαστούκι που έφαγα από μια ανεκδιήγητη δασκάλα (άλλης τάξης) μαζί με καναδυο ακόμη συμμαθητές μου. Αν θυμάμαι καλά, είχαμε βγει στην αυλή για νερό κι επιστρέφοντας στην τάξη κάναμε φασαρία. Τη δασκάλα για την οποία σας γράφω, την έχω ακόμα στο μυαλό μου σαν γίγαντα. Παχουλή, με χοντρή φωνή – και βαρύ χέρι, το υπογράφω – προκαλούσε πάντα τον τρόμο στα μικρά παιδιά, σκίζοντας μπάλες στα διαλείμματα με μαχαίρι, ενώ έκανε συχνά επιθεωρήσεις στην αυλή κι αλίμονο αν έπιανε κανέναν να κατεβαίνει τις σκάλες σε στυλ “ανάποδη τσουλήθρα”. Μια μέρα όμως, κάτι φοιτητές που έμεναν στην απέναντι οικοδομή, δώσανε περισσή χαρά σ’ όλους εμάς τους καταπιεσμένους μαθητές του 12ου, που τρέμαμε στην όψη της αυστηρής δασκάλας: την ώρα της προσευχής και πριν ακολουθήσουν οι καθιερωμένες  «νουθεσίες», έβαλαν τέρμα στο στέρεο ένα αμερικάνικο σουξέ κι όλο το δημοτικό, μαζί με τους “ήρωες” που καμάρωναν στη βεράντα τους, έσκασε στα γέλια.

Το σχολείο δε λειτουργεί εδώ και πολύ καιρό, καθώς ήταν ερείπιο. Σε κάκιστη κατάσταση το θυμάμαι άλλωστε κι εγώ από τη δεκαετία του ’80. Απ’ ότι διαβάζω, λειτουργεί από τον Ιούνιο ως ελεύθερος κοινωνικός χώρος, που προωθεί μια κουλτούρα συνεργασίας. Οι αποφάσεις λαμβάνονται από γενική συνέλευση, στο σχολείο συνέρχονται διάφορες συλλογικότητες, ενώ πραγματοποιούνται και μαθήματα ξένων γλωσσών.

transsiberian

Ιανουαρίου 4, 2011

photo credit:  Greg Ludwig/Corbis, Travellers on a chilly evening in 1997, outside the Trans-Siberian Railway station in Krasnoyarsk. Πηγή: wired.com

Χτες παρακολούθησα ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση για τον υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο. Ξέρετε, αυτή την ατελείωτη διαδρομή μεταξύ Μόσχας και Βλαδιβοστόκ, που αποτελεί το μεγαλύτερο, νομίζω, ταξίδι με τρένο στον κόσμο. Η παραγωγή ήταν γαλλική και χρονικά τοποθετούνταν λίγο πριν το 1989. Ανάμεσα στα σχόλια για τη διαδρομή και διάφορες πληροφορίες για τις πόλεις, από τις οποίες περνάει το τρένο, γινόταν μια προσπάθεια ν’ αποτυπωθεί η άποψη των ρώσων για τις συνθήκες ζωής τους και την περεστρόικα. Με δισταγμό αρχικά αλλά με μεγαλύτερη τόλμη σταδιακά, τα πρόσωπα που εμφανίζονταν στο ντοκιμαντέρ παραπονιόντουσαν για τις στερήσεις σε καταναλωτικά αγαθά και τους περιορισμούς εξόδου από τη χώρα. Τη δεκαετία του ’80, ένας σιδηροδρομικός στη Μόσχα λάμβανε 350 ρούβλια για εργασία 41 ωρών την εβδομάδα, ήταν στην αναμονή 2-3 χρόνια για να πάρει ένα αυτοκίνητο και χρειαζόταν κατά μέσο όρο 450 ρούβλια για να καλύψει τα έξοδα του μήνα. Αυτά σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ, δε γνωρίζω από άλλες πηγές, αν είναι απόλυτα ακριβή. Στη Σιβηρία ο μέσος μισθός ήταν αυξημένος κατά 30% περίπου, διότι καταβάλλονταν μεγάλες προσπάθειες προκειμένου να παραμείνει πληθυσμός στο αφιλόξενο εκείνο (γεωγραφικά και από άποψη καιρικών συνθηκών) περιβάλλον.

Η διαδρομή λοιπόν καλύπτει έκταση 9.300 χιλιομέτρων και το ταξίδι διαρκεί 6 ημέρες. Το τρένο, ούτε λίγο ούτε πολύ, σταματά σε 396 σταθμούς (!!) όπου μεταξύ άλλων φορτώνονται εμπορεύματα, με συνέπεια καθυστερήσεις. Ταξιδιώτες που τόλμησαν να κάνουν το ταξίδι λένε πως πρόκειται για μοναδική εμπειρία, παρ’ όλο που αποτελεί την επιτομή της ταλαιπωρίας. Όταν γυρίστηκε το ντοκιμαντέρ, δεν υπήρχαν ντουζιέρες στο τρένο κι απαγορευόταν αυστηρά η κατανάλωση αλκοόλ. Τα πράγματα σήμερα έχουν αλλάξει και όλοι κάνουν λόγο για πάρτυ με βότκα στα κουπέ κι ενδιαφέρουσες γνωριμίες με συνταξιδιώτες.

Στο ντοκιμαντέρ εμφανίζονταν και δυο τρομερές ολλανδέζες τουρίστριες, που ανέφεραν πως ξεκίνησαν από τη Μόσχα με σκοπό να φτάσουν στο Βλαδιβοστόκ, κι από κει σκόπευαν να πάνε στο Πεκίνο κι ακολούθως στο Χονγκ Κονγκ και δε θυμάμαι καν πού αλλού. Αυτό θα πει να ‘σαι ταξιδιάρα ψυχή, έτσι;

Τόσα χρόνια είχα την εντύπωση πως έχω ταξιδέψει αρκετά, μα συνειδητοποιώ πως δεν έχω βρεθεί ποτέ εκτός Ευρώπης… αυτό το ταξίδι με τον υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο, μεγεθύνει τις ταξιδιωτικές μου ανησυχίες…

Εντελώς συνειρμικά, σκέφτομαι μια απίθανη γιαγιά που συνάντησα κάποτε στην Αλόννησο. Θα ‘ταν 80 χρονών περίπου. Σ’ όλη της τη ζωή, είπε, δεν είχε βγει ποτέ, έξω από το νησί…