Χιλιόμετρα μακριά

Ιουλίου 29, 2011


Στο Όσλο ο ήλιος ανατέλλει στις 4.50 και δύει στις 22.00. Δεκαεπτά ώρες καθημερινά φωτίζει το αίμα που χύθηκε στο νησί Ουτόγια. Και μπορεί να κλείνουν οι άνθρωποι λίγες μόνο ώρες τα μάτια τους για να κοιμηθούν, όμως οι εφιάλτες διαρκούν όλο το 24ωρο.

650 χιλιόμετρα νοτιότερα, οι ακτίνες του ήλιου περνούν μέσα από τις κόκκινες κουρτίνες στις 5.19. Παίρνεις πρωινό στις οκτώ κι αφού φορέσεις ζακέτα και γυαλιά, ξεκλειδώνεις το ποδήλατο και κατευθύνεσαι στο σταθμό, με άγνωστο προορισμό. Θα αποφασίσεις μέσα στο τρένο.

Τον Ιούλιο εδώ κάτω ξυπνάς ιδρωμένος, τα χέρια σου καίνε κι ονειρεύεσαι Σαββατοκύριακα στη θάλασσα.

Τελικά ο τύπος του βιβλίου που αναζητούσε για χρόνια την καινούρια ζωή, διαπίστωσε ότι καθόλου δεν την είχε ανάγκη – ήταν όμως πια αργά, όταν βρέθηκε μπροστά σ’ αυτή την ανακάλυψη.

Επισκέφτηκα το κομμωτήριο νωρίς το πρωί για τη φιέστα του καλοκαιριού, μα ανυπομονούσα να έρθει το απόγευμα, για να λύσω τα μαλλιά, να φορέσω τζιν και να επεξεργαστώ το μοναδικό μου δώρο. Οι βόλτες αρχίζουν.

Advertisements

Ιουλίου 19, 2011

Την περασμένη βδομάδα συνάντησα στο δρόμο τυχαία την “κομμώτρια”. Δε θέλω να σας παραπλανήσω, δεν ασχολείται με τρίχες η κοπέλα. Η Λ. της είχε βγάλει αυτό το παρατσούκλι, γιατί σε αντίθεση με μας – που και καλά – ασχολούμασταν τότε με το έργο του Εντσενσμπέργκερ και του Καστοριάδη, τις συνελεύσεις ή τα δεινά του νεοφιλελευθερισμού, εκείνη ενδιαφερόταν για πιο ανάλαφρα θέματα – κυρίως για γκομενοδουλειές. Η “κομμώτρια” ήταν φοιτήτρια της νομικής. Η Λ. χρησιμοποιούσε τον επίμαχο χαρακτηρισμό και γι’ άλλες, μα εκείνη θεωρούνταν η κομμώτρια με το κάππα κεφαλαίο. Συναντώντας την δέκα τόσα χρόνια μετά, ούτε τ’ όνομά της δεν μπόρεσα να θυμηθώ, κι ας ήμασταν μέλη στην ίδια ομάδα στήριξης αποφυλακισμένων. Αντ’ αυτού, γυρνούσε συνέχεια στο μυαλό μου το παρατσούκλι της, καθώς και διάφορες σαχλαμάρες που κάναμε τότε με τη Λ., την Ε. και τη Γ. Επικές εποχές, αν αναλογιστείς ότι τώρα σκορπιστήκαμε σ’ ανατολή και δύση.

Η Λ. ήταν μεγαλύτερη από μας, εμπειρότερη, πιο ταξιδεμένη και πιο διαβασμένη, παρ’ ολίγον φανατική φεμινίστρια, ευέλικτη κι ευπροσάρμοστη σε ό,τι της τραβούσε το ενδιαφέρον. Το διάστημα εκείνο είχαμε καθιερώσει ως συνήθεια μεσημεριανές συναντήσεις στο Ματζέστικ για καφέ και πολύωρες συζητήσεις, επιστροφή στα σπίτια μας αργά το απόγευμα κι ανανέωση του ραντεβού το βράδυ στην πάνω Στοά ή το Νερό που καίει. Berlin, Residents, ή παρακμιακές σκηνές με έντεχνα όταν πια άρχιζε να ξημερώνει, χορός, τσιγάρα κι αλκοόλ σαν ν’ αγωνιζόμασταν να σπάσουμε κάποιο ρεκόρ, κούρα και μητρική θαλπωρή μέχρι το γεύμα και ξανά από την αρχή το πρόγραμμά μας, καθημερινά για κανα χρόνο τουλάχιστον. Ανταλλαγές βιβλίων, σχολιασμός τους και κριτικές, ταξίδια … μια ιδιαίτερα δημιουργική περίοδος, που καθόρισε σημαντικά τη θέαση του (μικρο)κόσμου μας.

Επειδή όμως με ζάλισε ο ήλιος και οι μπύρες σήμερα, θα επανέλθω στο θέμα λίαν συντόμως.

Τεκίλα λεμόνι

Ιουλίου 14, 2011

Αποπνικτική ατμόσφαιρα, ο ιδρώτας τρέχει στην πλάτη, η ενέργεια όλη έχει εξατμιστεί, όπως το νερό στο βάζο απέναντι. Λιωμένη μέσα στην καρέκλα του σκηνοθέτη στη βεράντα, ακούω τον απέναντι να καυγαδίζει με το γιο του. Αν κλείσω τα μάτια βρίσκομαι κάπου αλλού, ίσως σ’ ένα μπαρ λίγη ώρα πριν κλείσει, να πίνω τεκίλα, ή σε μια μοναχική παραλία με το νερό της θάλασσας να μου βρέχει τα πόδια. Πεθύμησα αυτό το χρόνο, τον απεριόριστο, που μπορείς να τον κάνεις ό,τι εσύ θέλεις: να διαβάσεις κάτι που θα σε συναρπάσει, να βρεις τις χαμένες ισορροπίες και να συλλάβεις τη στιγμή που ο χρόνος θα μείνει ακίνητος, μέσα στο αδιάκοπο της κίνησής του. Ο ήρωας του βιβλίου μου σκέφτεται ότι κάθε όμορφη πόλη έχει και το χαρούμενο τρελό της και καταλήγει πάντα ανυπόμονα στους σταθμούς των λεωφορείων. Αν τον ακολουθήσεις, βλέπεις ότι εκλιπαρεί τους άυπνους οδηγούς και τους αξύριστους συνταξιδιώτες του να τον οδηγήσουν στη χώρα των αγνώστων, καθώς από το σκοτεινό καθρέφτη του παραθύρου του περνούν χωριά, αιωνόβια δέντρα, θλιμμένα πρατήρια βενζίνης και σιωπηλά βουνά. Σιωπή. Οι τελευταίες εσωτερικές φωνές ενός καφενείου, μιας κωμόπολης, ενός κόσμου. Ο θόρυβος από τα μαχαιροπήρουνα. Οι ειδήσεις στην τηλεόραση.

«Για αρκετή ώρα, σαν παλιοί και πραγματικοί φίλοι, που δεν έβρισκαν άχαρη τη σιωπή και δεν ανησυχούσαν όταν αυτή έπεφτε μεταξύ τους, σωπάσανε και σκέφτηκαν ότι αυτή η σιωπή ήταν η πιο φλύαρη μορφή συζήτησης».

Κουράστηκα τόσο τώρα τελευταία. Τελικά θα το πάρω το κωλόχαρτο. Τι θα το κάνω βέβαια μετά, είναι μια άλλη ιστορία…

Sugar

Ιουλίου 13, 2011

… Ακόμα και πιωμένος, ο Μπέρναρντ Μίκεϋ Ρανγκλ ήτανε μανούλα στα εκρηκτικά. Τοποθέτησε το δυναμίτη σε τέτοιο τόπο και με τέτοιο τρόπο (σπάζοντας τέσσερις φύσιγγες στη μέση και τοποθετώντας τες στους εξωτερικούς τοίχους κάθε εφτά μέτρα) που το Πάϊονηρ Ινν ταρακουνήθηκε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Όλα τα παράθυρα της μιας πλευράς γίνανε θρύψαλλα, ρωγμές ανοίξανε στους μεσότοιχους, πολυέλαιοι και κρεμαστές γλάστρες με φυτά καρφώθηκαν στο πάτωμα της ρεσεψιόν, καπνός και σκόνη τύλιγαν το ξενοδοχείο πάνω από μισή ώρα και οι ιπταμενοδισκόληπτοι, τσουρουφλισμένοι και γρατσουνισμένοι, σκορπούσαν δεξιά κι αριστερά λες κι είχε κατέβει κανα σουπερδιαστημόπλοιο ανάμεσά τους ξερνώντας φλόγες και καφτά ζουμιά, αλλά κανένας πάντως δεν τραυματίστηκε σοβαρά.

Απ’ τη μια μεριά, ήταν μια αριστοτεχνική έκρηξη, απ’ την άλλη όμως ήταν μια γκάφα. Όταν ξύπνησε τη Δευτέρα το πρωί, με ελάχιστα παρεπόμενα μέθης (παρεπόμενα μέθης χωρίς πονοκέφαλο είναι όπως ο φιλάνθρωπος που δεν έχει φτωχούς να βοηθήσει) και έμαθε πως είχε βάλει δυναμίτη σε λάθος μαγαζί, στο πρόσωπό του άνθισε ένα χαμόγελο σαν το σάπιο χαμόγελο του εραστή, που εκσπερματίζει πριν την ώρα του.

If i give you sugar, will you give me
Something elusive and temporary

 «Αυτή η συνάντηση είναι πιο σημαντική. Αυτή η συνάντηση ανάμεσα σε σένα και σε μένα. Πάμε κάπου να πιούμε ένα ποτό».

«Μη γίνεσαι γελοίος. Σ’ έχω συλλάβει. Σε πάω κατευθείαν στην αστυνομία».

«Πρέπει να σε προειδοποιήσω: Δε θα πάω φρόνιμα. Οι εγκληματίες, επειδή είναι μπουκωμένοι από ενοχές, συχνά παραδίδονται και πάνε φρόνιμα. Οι παράνομοι, επειδή είναι αγνοί, δεν πάνε ποτέ».

Back to normal.

Κουφέτα αμυγδάλου

Ιουλίου 12, 2011

«Αγαπημένοι μας Χ. και Ψ., μπορεί να σας γνωρίσαμε εδώ, με αφορμή το γλέντι για το γάμο σας, αλλά θα σας αγαπάμε για πάντα», είπε ο ιδιοκτήτης του κέντρου διασκέδασης στους νεόνυμφους, με ζεστό το παραδάκι στις τσέπες. «Κοίτα με, φίλησε τη νύφη, τώρα βάλε το χέρι στον ώμο της, κράτα την ανθοδέσμη, πιο αριστερά, το ‘χεις, το ‘χεις…» αναφωνούσε ο φωτογράφος, κι ο Χ. καμάρωνε όλο χαρά, γιατί «το είχε». Η επιλεκτική χρεοκοπία, οι υποβαθμίσεις, οι μειώσεις των αποδοχών κι ο φόβος της ανεργίας, δεν απασχολούν την ελληνική οικογένεια, όταν πρόκειται να παντρέψει τα παιδιά της. Τί κι αν ο μισθός φτάνει μετά βίας τα χίλια ευρώ; Χαλαρά χαρίζεις το μηνιάτικο στο κομμωτήριο για το νυφικό χτένισμα και το πεντικιούρ σου.

Τα ίδια δεν έγιναν πριν χρόνια και στο γάμο του Α. και της Β.; Μπόλικο χρήμα μοιράστηκε σε σχολές χορού, για ν’ ανταπεξέλθει το ζευγάρι στον πρώτο και τους επόμενους χορούς της δεξίωσης, ή για να πληρώσει ξενοδοχεία προκειμένου να παραστούν στο γάμο οι θείτσες που είχαν να δουν καμιά 20ετία… Μανικούρ, πεντικιούρ, πρόβες, χτενίσματα, πήλινγκ φτέρνας και λοιπές προγαμιαίες δραστηριότητες εκτόξευσαν το λογαριασμό σε ποσό που ισοδυναμεί με το ετήσιο εισόδημα στο εκκαθαριστικό της εφορίας… Το γαμήλιο άλμπουμ θα τους θυμίζει για πάντα ότι όλα έγιναν «όπως έπρεπε» και θ’ αποτελεί την καλύτερη δικαιολογία για να μη γίνονται δεύτερες σκέψεις για τ’ ανυπολόγιστα έξοδα, κάθε φορά που τελειώνει ο μισθός (αλλά όχι ο μήνας).

Γνωρίζω ότι πολλοί διαφωνούν με την κριτική μου. Μάλλον τη βρίσκουν σκληρή και κακόβουλη. Δυσκολεύομαι όμως να δεχτώ ότι κάποιος προτιμά να παρασυρθεί σε μια τρέλλα δίχως τέλος, κατά τις επιταγές των περιοδικών, των διαφημίσεων, των οικογενειακών πιέσεων και της ματαιοδοξίας, όταν την ίδια στιγμή θυσιάζει ακόμα και λίγες μέρες στη θάλασσα, για να πληρώσει τα παραπάνω. Αυτές οι σκέψεις εντάσσονται σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο προβληματισμών, γύρω από τις αλλαγές στην καθημερινότητα των ανθρώπων τον τελευταίο χρόνο, ως παρεπόμενο της κρίσης. Τα καταστήματα κλείνουν το ένα μετά το άλλο, ο κόσμος ψωνίζει στο σούπερ μάρκετ χωρίς να παρεκκλίνει από τη λίστα στο μπλοκάκι, οι μέρες των διακοπών για κάποιους μειώνονται – για άλλους οι διακοπές είναι ευσεβής πόθος -, οι απλήρωτες δόσεις των δανείων πληθαίνουν. Η γειτόνισσά μου σταμάτησε το χειμώνα το γιο της από το φροντιστήριο, στη μέση της προετοιμασίας ενόψει των πανελληνίων. Η φίλη μου σκέφτεται να κάνει διακοπή επαγγέλματος γιατί αδυνατεί να πληρώσει τις εισφορές της, η babysitter της Μ. δέχτηκε ν’ αμείβεται με 2 ευρώ την ώρα για να φροντίζει ένα παιδί, προκειμένου να μη μείνει άνεργη. Η Ν. έδωσε ξανά εξετάσεις για το πανεπιστήμιο στα τριάντα, καθώς μήνες τώρα δεν εργάζεται και δεν έχει υγειονομική περίθαλψη – τουλάχιστον ως φοιτήτρια, θα μπορεί να πηγαίνει στους γιατρούς, αν χρειαστεί, και να την καλύπτει η ασφάλεια του πανεπιστημίου. Πώς, αλήθεια, μπορείς να τα παραβλέψεις όλ’ αυτά, για ένα πανηγυράκι που διαρκεί λίγες μόνο ώρες;

Η Σούζυ, μια τρομερή γυναίκα που μένει στη γειτονιά μου, αναλαμβάνει διακοσμήσεις και προετοιμασίες αρραβώνων και γάμων. Μένει χρόνια εδώ, αλλά είναι γερμανίδα. Και μπορεί να πουλάει ό,τι της ζητάνε, μα με αφοπλιστική ειλικρίνεια δηλώνει: «Όλα αυτά είναι μαλακίες! Εγώ θα παντρευόμουν μ’ ένα μπλουτζην και το χαμόγελό μου. Αν και δεν πολυπιστεύω στο γάμο, τελικά».

Υ.Γ.: Βίον ανθόσπαρτο στο Χ. και την Ψ. Παρά τις διαφωνίες μας σ’ αυτό το ζήτημα, τους συμπαθώ πολύ και τους εύχομαι κάθε καλό στην κοινή ζωή τους.