Τen

Αύγουστος 8, 2011

Όταν έφτασαν στην πιάτσα των ταξί, είχε ήδη πια αρχίσει να χαράζει. Το αεράκι από τη θάλασσα γαργαλούσε τ’ άυπνα μάτια, το ανακατεμένο από τις βότκες στομάχι είχε κάπως αρχίσει να συνέρχεται. Μέσα στο ταξί δεν είπαν κουβέντα, η σιωπηρή συμφωνία είχε από ώρα συναφθεί. Μόνο κάποιες ματιές αντάλλαξαν κι ένα χαμόγελο, από κείνα που κάνουν τα μάγουλα να καίνε και μετά κοιτάζεις αλλού, μέχρι να επανέλθει το φυσικό χρώμα στο πρόσωπο. Δεκάδες σκέψεις σε λίγα δευτερόλεπτα. Είναι σωστό; Δε θέλουν να υπάρξει γυρισμός. Oύτε μπορούν να φανταστούν πως το πιο αγνό και καθαρό βλέμμα, που θ’ ανταλλάξουν σε λίγο,  θα επισφραγίσει την ένοχη πράξη τους.

«Είναι σωστό;» σκεφτόταν, καθώς έκλειναν τα μάτια της από την εξάντληση. Δεν ήθελε ακόμα να παραδεχτεί πως αυτή ήταν η στιγμή που περίμενε σ’ όλη τη ζωή της.

Advertisements