Image

Το μεθεπόμενο Παρασκευο-Σαββατοκύριακο, παίρνουμε τους φίλους μας τηλέφωνο και δίνουμε ραντεβού στο πρώην στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Σταυρούπολη, για το 15ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Συζητήσεις, προβολές, συναυλίες, σε μια περίοδο που τα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα βρίσκονται στο στόχαστρο.

Κάλεσμα και πρόγραμμα στην ιστοσελίδα της Αντιρατσιστικής Πρωτοβουλίας

Strawberry fields

Ιουνίου 19, 2012

Μ’ έναν τεράστιο κόμπο στο στομάχι, έβλεπα χθες από το παράθυρο του λεωφορείου τα φραουλοχώραφα στη Μανωλάδα. Στη μπροστινή θέση καθόταν μόνος του ένας μετανάστης γύρω στα τριάντα, με λερωμένο πουκάμισο και σκονισμένα μαλλιά. Το λεωφορείο έκανε στάσεις κάθε πέντε λεπτά για να επιβιβαστούν άνθρωποι απ’ όλα τα χωριά ανάμεσα στην Πάτρα και τον Πύργο και παρ’ όλο που ήταν σχεδόν κατάμεστο,  κανένας δεν πήγε να καθίσει δίπλα του. Στο μυαλό μου ερχόταν συνεχώς η εικόνα του αγρότη, που τέτοιον καιρό πριν λίγα χρόνια έδεσε στο μηχανάκι του μετανάστη και τον έσερνε στο χωριό για παραδειγματισμό, επειδή, όπως ισχυρίστηκε, είχε διαπράξει «ζωοκλοπή». Σ’ ένα από τα χωράφια  που εφαπτόταν στο δρόμο κυμάτιζαν δυο τεράστιες σημαίες, η ελληνική και η βυζαντινή. Πιθανότατα ο ελληναράς ιδιοκτήτης του απασχολεί ξένους για να συλλέγουν τις φράουλες, όπως είθισται στην περιοχή. Αυτά, όμως, είναι ψιλά γράμματα.

Λίγο νωρίτερα, στο ταξί που θα με πήγαινε στο ΚΤΕΛ, ο οδηγός με θυμό είπε «ουστ!» στην τσιγγάνα που άπλωσε το χέρι στα φανάρια, λες και φώναζε σε αδέσποτο σκύλο. «Να πας στη Ρουμανία, από κει που ‘ρθες», της είπε με μάτια που πετούσαν φλόγες, ενώ εκείνη κατευθύνθηκε ανέκφραστη στο επόμενο αυτοκίνητο. Γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη, ενώ θα μπορούσα να του πω το αυτονόητο, ότι πρόκειται για μια εξαθλιωμένη γυναίκα που πεινάει. Σκεφτόμουν όμως ήδη την απάντησή του –  «κι εγώ πεινάω» – και δευτερόλεπτα αργότερα περιεργαζόμουν την  τεράστια κοιλιά του.

Δυο μέρες στον Πύργο κοντοστεκόμουν ανάμεσα σε παρέες για να κρυφακούσω τις συζητήσεις τους. Στα καφέ, στην πλατεία, στα σοκάκια του κέντρου, προσπαθούσα λαθραία ν’ αφουγκραστώ τα συναισθήματα των ανθρώπων για το μέλλον τους. Η απογοήτευση ήρθε γρήγορα, οι περισσότεροι δεν ήθελαν να ψηφίσουν (είναι μάταιο, είναι όλοι άχρηστοι, θα πάω για μπάνιο), ενώ αρκετοί μιλούσαν ανοιχτά υπέρ των νεοναζί, θαυμάζοντας το περιβόητο χαστούκι.

Ένιωθα ότι η ελληνική επαρχία έχει γίνει εμετικά ασφυκτική και πως όσοι δε συμπορεύονται με τα ήθη και έθιμα που οι άγραφοι νόμοι της επιβάλλουν, είναι πραγματικοί ήρωες. Ανυπομονούσα να φύγω, τουλάχιστον στα αστικά κέντρα υπάρχει μια στοιχειώδης ταξική συνείδηση κι επιβιώνει η αλληλεγγύη, σκεφτόμουν, ενώ παράλληλα διαπίστωνα με πόση αφέλεια έλεγα κάποτε ότι θα μπορούσα να ζήσω σε ένα χωριό, σε σπίτι με κήπο ή κοντά στη θάλασσα.

Το βράδυ πριν τη μετεπιβίβαση στο λεωφορείο που θα με μετέφερε στη Θεσσαλονίκη κι ενώ οι κάλπες είχαν πια κλείσει, οι ταξιτζήδες στην πιάτσα του Κτελ Αχαΐας ρωτούσαν ο ένας τον άλλο αν βγήκε ο Κασιδιάρης. Πλέον μου πονούσε η κοιλιά, το δέρμα μου έκαιγε και με το ζόρι έπαιρνα ανάσα.

Εννιά. Ο οδηγός του λεωφορείου, ένας συμπαθητικός μεσήλικας, χαιρέτησε τους περισσότερους επιβάτες, κάθισε στη θέση του κι άνοιξε το ραδιόφωνο για ν’ ακούσουμε τα αποτελέσματα. Δέκα λεπτά αργότερα, ακούστηκε μια φωνή από τα πίσω καθίσματα που απαιτούσε να βάλει στο ραδιόφωνο μουσική, ενώ παράλληλα 3-4 υπερθεμάτισαν, επειδή δεν ήθελαν «να ασχολούμαστε άλλο με τα λαμόγια».

Νωρίτερα διάβαζα στο twitter για οικογενειακές αψιμαχίες που εκπορεύονται από ιδεοληψίες μεγάλων σε ηλικία συγγενών, που είναι επιρρεπείς στην προπαγάνδα των μέσων. Μου ήρθε στο μυαλό η δική μου θεία. Δεκαετίες ολόκληρες στηρίζει την αριστερά, μα το βράδυ της Παρασκευής μου είπε ότι θα ψηφίσει «τους άλλους». Υποστήριξε ότι έτσι πρέπει να γίνει, διότι ο τόπος πρέπει ν’ αποκτήσει επειγόντως κυβέρνηση, αφού ο  λαός από την τσέπη του πληρώνει για τις εκλογές. Όταν τη ρώτησα πώς μπορεί να με κοιτάζει στα μάτια και να μου λέει αυτό το πράγμα, επανέλαβε τα ίδια λόγια, σαν να διάβαζε το auto cue των ειδήσεων του Μέγκα.

Μου είχε ζητήσει να περάσω ξανά στην επιστροφή μου από το χωριό για να τη δω και να μου δώσει λάδι και φρούτα από το κτήμα της.

Γύρισα από άλλη διαδρομή και δεν μπόρεσα καν να της τηλεφωνήσω.

Ιουνίου 4, 2012

«Εμείς ρε δεν πεθάναμε από έρωτα, από πείνα θα πεθάνουμε;»  Κάτι αντίστοιχο πρέπει να σκέφτηκε ο Σ., όταν αποφάσισε να ξοδέψει τα τελευταία ευρώ του μισθού του για να κλείσει το αεροπορικό μου εισιτήριο και το ξενοδοχείο για το interview στα ξένα. Φυσικά θα μείνουν απλήρωτοι μπόλικοι λογαριασμοί, ενδεχομένως και η δόση του αυτοκινήτου, αλλά είναι τόσο όμορφο να γνωρίζεις ότι κάποιος πιστεύει σε σένα, έτσι; Αυτό λοιπόν το τριήμερο, που πάντοτε περιμέναμε με ανυπομονησία για τις πρώτες βουτιές μας, είναι αφιερωμένο σε ταξιδιωτικές προετοιμασίες,  αφού μια άλλη χώρα ενδιαφέρθηκε για «περγαμηνές» κι επαγγελματική εμπειρία, που εδώ προορίζονται μόνο για τα σκουπίδια.

Με ήλιο, θάλασσα και έρωτα μπορούμε να υπομείνουμε τα πάντα, ρε βλάκες.