Η Β.

Απρίλιος 3, 2013

Τη δεκαετία του ’80 που πήγαινα στο δημοτικό, ένα από τα πράγματα που με γέμιζε χαρά ήταν οι επισκέψεις της Β., ξαδέρφης του μπαμπά, που σπούδαζε τότε στη νοσηλευτική και τα Σαββατοκύριακα ερχόταν για να μας δει και να παίξει μαζί μας. Η Β. ήταν όμορφη κοπέλα και  καμάρι του χωριού της, όπου η πλειοψηφία των συνομήλικων κοριτσιών ασχολούνταν με τις παντρειές και τις γεωργικές εργασίες.  Για τα δεδομένα της μικρής κοινωνίας των διακοσίων κατοίκων, από την οποία προερχόταν,  θεωρούνταν αναμφίβολα πρωτοπόρα.  Μια ωραία πρωία,  όμως η Β. μας την έσκασε: πήγε και κλείστηκε σ΄ ένα μοναστήρι, εγκαταλείποντας σπουδές, φιλίες και κοσμική ζωή στη Θεσσαλονίκη. Παρά την αφέλεια των παιδικών μας χρόνων και τις συνωμοτικές συζητήσεις των μεγάλων κάθε φορά που η αδερφή μου κι εγώ ήμασταν μπροστά, μπορούσαμε ακόμα κι εμείς ν’ αντιληφθούμε ότι αυτό που συνέβη ήταν αποτέλεσμα μιας μεγάλης ερωτικής απογοήτευσης, που στοίχειωσε κι αρρώστησε τη Β. μας.  Δε θα ξαναρχόταν πια στο σπίτι, με δώρα, γκοφρέτες και παιχνίδια.

Η μάνα της, που ήταν ετεροθαλής αδερφή της γιαγιάς μου, το πήρε βαρέως αλλά δεν εγκατέλειψε τη μάχη. Ήταν αποφασισμένη να βγάλει την κόρη της από το μοναστήρι και να ψάξει να βρει τον αλήτη που την ξελόγιασε για να τον κάνει να πληρώσει. Έτσι, ένα φθινοπωρινό απόγευμα πληροφορηθήκαμε ότι ανέβηκε στο μοναστήρι με ένα μπετόνι πετρέλαιο στο χέρι και άκρως εμπρηστικές προθέσεις κι ότι επιχείρησε να βάλει φωτιά, αλλά μετά την έγκαιρη επέμβαση τρίτων οι πράξεις της παρέμειναν στο στάδιο της απόπειρας. Συγγενείς και συγχωριανοί προσπαθούσαν έκτοτε να τη συνετίσουν, ώστε ν’ σεβαστεί επιτέλους και ν’ αποδεχτεί την απόφαση της κόρης της και να σταματήσει τις ανοησίες. Κι εκείνη προσποιήθηκε με μεγάλη μαεστρία ότι ξεπέρασε το πλήγμα,  ενώ κατάστρωνε νυχθημερόν σχέδια «απαγωγής» της Β. και σωτηρίας της από τον κλοιό των καλογριών, όπως αποδείχτηκε αργότερα.  Η εκδήλωση του επόμενου επεισοδίου, ήταν απλά θέμα χρόνου.

Όταν μετά από εξαντλητικές προσπάθειες κατάφερε να μιλήσει με την κόρη της στο τηλέφωνο, την έπεισε να την επισκεφτεί για να συζητήσουν, αφού τη διαβεβαίωσε ότι μετάνιωσε πικρά για την απερισκεψία της. Μια Κυριακή ορίστηκε ως ημέρα επίσκεψης και η γιαγιά ανηφόρισε με τον άντρα της προς το μοναστήρι. Μετά από σύντονη αναμονή της εμφάνισαν τη Β., που στο μεταξύ είχε αλλάξει όνομα, συνοδευόμενη από άλλες δυο μοναχές και μια ακόμα μαθητευόμενη χωρίς ράσα, ενώ λίγο αργότερα μπήκε στην αίθουσα και η ηγουμένη προκειμένου να εποπτεύσει τη διαδικασία. Όσο κι αν προσπάθησε η γιαγιά να κρατήσει την ψυχραιμία της, ήταν αδύνατον. Ξέσπασε σε λυγμούς, αγκάλιασε και φίλησε την κόρη της, αλλά ένιωθε ότι πνίγεται εκεί μέσα, διότι δεν μπορούσε να της πει ούτε κουβέντα με τόσα ζευγάρια μάτια και αυτιά καρφωμένα επάνω τους. Δεν ήθελε και πολύ, το μυαλό θόλωσε και όρμησε τελικά στην ηγουμένη, ρίχνοντάς της μπόλικες δαγκωνιές, μέχρι να καταφέρουν να τις χωρίσουν. Κάπως έτσι έληξε άδοξα η επίσκεψη και η προσπάθεια προσέγγισης και το περιστατικό αυτό ήταν το νούμερο ένα θέμα συζήτησης στο σόι μας για μήνες. Η κανονική μου γιαγιά σταυροκοπιόταν συνέχεια κι έλεγε ότι με τα καμώματα της αδερφής της θα πέσει φωτιά να μας κάψει, άσχετα αν αργότερα διάβαζε το φλυτζάνι κι έριχνε τα χαρτιά στις γειτόνισσες, πράξεις όχι και τόσο χριστιανικές.

Χρόνια αργότερα, το 1998, η Β. μας επισκέφθηκε για μια και μοναδική φορά, μαυροφορεμένη, καθώς βρισκόταν στην πόλη ως συνοδός σε νοσοκομείο. Μας μιλούσε με ενθουσιασμό για το Χριστόδουλο, τονίζοντας πόσο κοντά ήταν στους νέους, θέλοντας να μας πείσει ότι όλα τα παιδιά, ακόμα κι αυτά με τα σκουλαρίκια και τα τατουάζ, είχαν θέση στην εκκλησία. Η αδερφή μου κι εγώ ήμασταν αλλού βέβαια και το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να χαμογελάμε, σε ενθύμηση των παλιών, καλών ημερών που η αδελφή Μ. ήταν απλά η Β. μας, που μας αγαπούσε και μας διάβαζε παραμύθια. Όταν έφυγε, βάλαμε στο βίντεο τις Αμαρτωλές Καλόγριες του Αλμοδόβαρ κι αποφασίσαμε εφεξής να τη φανταζόμαστε σαν την αδελφή Καταραμένη.

Image

Advertisements