Let live what must live

2 Σεπτεμβρίου, 2012

Πώς να τελειώσει μέσα μας το καλοκαίρι, η μαύρη άμμος, ο βυθός,

η αντανάκλαση του ήλιου μέσα στις σπηλιές

και τα εκατομμύρια αστέρια

Και πώς να χαθεί άλλωστε;

Ακόμα και στις πιο κρύες νύχτες του χειμώνα,

εκεί είναι οι σκέψεις μας.

Ας ζήσει ό,τι πρέπει να ζήσει

 κι ας να πεθάνει ό,τι πρέπει να πεθάνει, λένε

(και μάλιστα τόσο μελωδικά, που κοντεύω να το πιστέψω).

Οπότε,

καλό μας φθινόπωρο

Because you’re just as clear as me

11 Αυγούστου, 2012

Αν δε φυσούσε αέρας για να σηκώσει θύελλες άμμου το χειμώνα

θα μπορούσα να πω με βεβαιότητα

ότι οι πατημασιές μας βρίσκονται ακόμα σ’ εκείνη την παραλία

ανάμεσα σε κοχύλια, ξερόχορτα και πούπουλα γλάρων

… και φυσικά, σ’ εκείνο τον κρυμμένο παράδεισο

είναι οι μοναδικές.

Image

Το μεθεπόμενο Παρασκευο-Σαββατοκύριακο, παίρνουμε τους φίλους μας τηλέφωνο και δίνουμε ραντεβού στο πρώην στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Σταυρούπολη, για το 15ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Συζητήσεις, προβολές, συναυλίες, σε μια περίοδο που τα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα βρίσκονται στο στόχαστρο.

Κάλεσμα και πρόγραμμα στην ιστοσελίδα της Αντιρατσιστικής Πρωτοβουλίας

Strawberry fields

19 Ιουνίου, 2012

Μ’ έναν τεράστιο κόμπο στο στομάχι, έβλεπα χθες από το παράθυρο του λεωφορείου τα φραουλοχώραφα στη Μανωλάδα. Στη μπροστινή θέση καθόταν μόνος του ένας μετανάστης γύρω στα τριάντα, με λερωμένο πουκάμισο και σκονισμένα μαλλιά. Το λεωφορείο έκανε στάσεις κάθε πέντε λεπτά για να επιβιβαστούν άνθρωποι απ’ όλα τα χωριά ανάμεσα στην Πάτρα και τον Πύργο και παρ’ όλο που ήταν σχεδόν κατάμεστο,  κανένας δεν πήγε να καθίσει δίπλα του. Στο μυαλό μου ερχόταν συνεχώς η εικόνα του αγρότη, που τέτοιον καιρό πριν λίγα χρόνια έδεσε στο μηχανάκι του μετανάστη και τον έσερνε στο χωριό για παραδειγματισμό, επειδή, όπως ισχυρίστηκε, είχε διαπράξει «ζωοκλοπή». Σ’ ένα από τα χωράφια  που εφαπτόταν στο δρόμο κυμάτιζαν δυο τεράστιες σημαίες, η ελληνική και η βυζαντινή. Πιθανότατα ο ελληναράς ιδιοκτήτης του απασχολεί ξένους για να συλλέγουν τις φράουλες, όπως είθισται στην περιοχή. Αυτά, όμως, είναι ψιλά γράμματα.

Λίγο νωρίτερα, στο ταξί που θα με πήγαινε στο ΚΤΕΛ, ο οδηγός με θυμό είπε «ουστ!» στην τσιγγάνα που άπλωσε το χέρι στα φανάρια, λες και φώναζε σε αδέσποτο σκύλο. «Να πας στη Ρουμανία, από κει που ‘ρθες», της είπε με μάτια που πετούσαν φλόγες, ενώ εκείνη κατευθύνθηκε ανέκφραστη στο επόμενο αυτοκίνητο. Γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη, ενώ θα μπορούσα να του πω το αυτονόητο, ότι πρόκειται για μια εξαθλιωμένη γυναίκα που πεινάει. Σκεφτόμουν όμως ήδη την απάντησή του –  «κι εγώ πεινάω» – και δευτερόλεπτα αργότερα περιεργαζόμουν την  τεράστια κοιλιά του.

Δυο μέρες στον Πύργο κοντοστεκόμουν ανάμεσα σε παρέες για να κρυφακούσω τις συζητήσεις τους. Στα καφέ, στην πλατεία, στα σοκάκια του κέντρου, προσπαθούσα λαθραία ν’ αφουγκραστώ τα συναισθήματα των ανθρώπων για το μέλλον τους. Η απογοήτευση ήρθε γρήγορα, οι περισσότεροι δεν ήθελαν να ψηφίσουν (είναι μάταιο, είναι όλοι άχρηστοι, θα πάω για μπάνιο), ενώ αρκετοί μιλούσαν ανοιχτά υπέρ των νεοναζί, θαυμάζοντας το περιβόητο χαστούκι.

Ένιωθα ότι η ελληνική επαρχία έχει γίνει εμετικά ασφυκτική και πως όσοι δε συμπορεύονται με τα ήθη και έθιμα που οι άγραφοι νόμοι της επιβάλλουν, είναι πραγματικοί ήρωες. Ανυπομονούσα να φύγω, τουλάχιστον στα αστικά κέντρα υπάρχει μια στοιχειώδης ταξική συνείδηση κι επιβιώνει η αλληλεγγύη, σκεφτόμουν, ενώ παράλληλα διαπίστωνα με πόση αφέλεια έλεγα κάποτε ότι θα μπορούσα να ζήσω σε ένα χωριό, σε σπίτι με κήπο ή κοντά στη θάλασσα.

Το βράδυ πριν τη μετεπιβίβαση στο λεωφορείο που θα με μετέφερε στη Θεσσαλονίκη κι ενώ οι κάλπες είχαν πια κλείσει, οι ταξιτζήδες στην πιάτσα του Κτελ Αχαΐας ρωτούσαν ο ένας τον άλλο αν βγήκε ο Κασιδιάρης. Πλέον μου πονούσε η κοιλιά, το δέρμα μου έκαιγε και με το ζόρι έπαιρνα ανάσα.

Εννιά. Ο οδηγός του λεωφορείου, ένας συμπαθητικός μεσήλικας, χαιρέτησε τους περισσότερους επιβάτες, κάθισε στη θέση του κι άνοιξε το ραδιόφωνο για ν’ ακούσουμε τα αποτελέσματα. Δέκα λεπτά αργότερα, ακούστηκε μια φωνή από τα πίσω καθίσματα που απαιτούσε να βάλει στο ραδιόφωνο μουσική, ενώ παράλληλα 3-4 υπερθεμάτισαν, επειδή δεν ήθελαν «να ασχολούμαστε άλλο με τα λαμόγια».

Νωρίτερα διάβαζα στο twitter για οικογενειακές αψιμαχίες που εκπορεύονται από ιδεοληψίες μεγάλων σε ηλικία συγγενών, που είναι επιρρεπείς στην προπαγάνδα των μέσων. Μου ήρθε στο μυαλό η δική μου θεία. Δεκαετίες ολόκληρες στηρίζει την αριστερά, μα το βράδυ της Παρασκευής μου είπε ότι θα ψηφίσει «τους άλλους». Υποστήριξε ότι έτσι πρέπει να γίνει, διότι ο τόπος πρέπει ν’ αποκτήσει επειγόντως κυβέρνηση, αφού ο  λαός από την τσέπη του πληρώνει για τις εκλογές. Όταν τη ρώτησα πώς μπορεί να με κοιτάζει στα μάτια και να μου λέει αυτό το πράγμα, επανέλαβε τα ίδια λόγια, σαν να διάβαζε το auto cue των ειδήσεων του Μέγκα.

Μου είχε ζητήσει να περάσω ξανά στην επιστροφή μου από το χωριό για να τη δω και να μου δώσει λάδι και φρούτα από το κτήμα της.

Γύρισα από άλλη διαδρομή και δεν μπόρεσα καν να της τηλεφωνήσω.

4 Ιουνίου, 2012

«Εμείς ρε δεν πεθάναμε από έρωτα, από πείνα θα πεθάνουμε;»  Κάτι αντίστοιχο πρέπει να σκέφτηκε ο Σ., όταν αποφάσισε να ξοδέψει τα τελευταία ευρώ του μισθού του για να κλείσει το αεροπορικό μου εισιτήριο και το ξενοδοχείο για το interview στα ξένα. Φυσικά θα μείνουν απλήρωτοι μπόλικοι λογαριασμοί, ενδεχομένως και η δόση του αυτοκινήτου, αλλά είναι τόσο όμορφο να γνωρίζεις ότι κάποιος πιστεύει σε σένα, έτσι; Αυτό λοιπόν το τριήμερο, που πάντοτε περιμέναμε με ανυπομονησία για τις πρώτες βουτιές μας, είναι αφιερωμένο σε ταξιδιωτικές προετοιμασίες,  αφού μια άλλη χώρα ενδιαφέρθηκε για «περγαμηνές» κι επαγγελματική εμπειρία, που εδώ προορίζονται μόνο για τα σκουπίδια.

Με ήλιο, θάλασσα και έρωτα μπορούμε να υπομείνουμε τα πάντα, ρε βλάκες.

 

 

Με τράβηξε που λες μέσα στη νύχτα, μέχρι την Αριστοτέλους και φορώντας μαύρα γυαλιά, ζήτησε να χορέψουμε στη μέση της Εγνατίας. Ανταποκρίθηκα χωρίς δεύτερη σκέψη, παρ’ όλο που αποφεύγω τους χορούς δημόσια. Αφού ξεφαντώσαμε, βρεθήκαμε μ’ άλλα πρόσωπα σ’ ένα ελαφρώς φωτισμένο δωμάτιο. Κάθονταν όλοι οκλαδόν σ’ ένα κόκκινο χαλί και πιάσαμε κουβέντα για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε, το μάτι μου έπεσε σ’ ένα ψηφοδέλτιο. Έγραφε πάνω το όνομά μου, πριν από την υποψήφια με το ψευδώνυμο «Αλεπούδα» και μετά από κείνη που λεγόταν «Μητρικό Γάλα». Οι υπόλοιποι είχαν κανονικά ονόματα. Θύμωσα πολύ, κανείς δε με ρώτησε αν θέλω να πολιτευτώ και θα έκανα σαματά, αλήθεια, μα με ξύπνησε ο Σ. και δεν πρόλαβα να δω τη συνέχεια. Είχε πια μεσημεριάσει και το overdose εκλογών φαίνεται πως άρχισε να επηρεάζει τα όνειρά μου.

Ψήφισα, φυσικά, καθώς ανήκω κι εγώ σ’ εκείνους που θεωρούν βλακεία να απεμπολείς ένα τέτοιο δικαίωμα. Δεν υπάρχει καμία αυταπάτη ότι με τις εκλογές θα αλλάξει ο κόσμος, φαίνεται ωστόσο ότι μπορούν να δρομολογηθούν αλλαγές, μέσα κι απ’ αυτή τη διαδικασία. Όπως ορθά επισημαίνει ο Δελαστίκ, το μήνυμα αυτή τη φορά ήταν και σαφές και εκκωφαντικό. Θα ‘θελα πολύ λοιπόν ν’ ακούσω μια πειστική δικαιολογία για την αποχή, από εκείνους που συνειδητά κι όχι από βαρεμάρα ή για οικονομικούς λόγους, δεν προσήλθαν στις κάλπες. Μια εξήγηση σχετικά με τον τρόπο που αυτή η στάση εισφέρει στη διαμόρφωση μιας άλλης πραγματικότητας για τη ζωή μας.

Αν γράψω ότι δε χαίρομαι με τα ποσοστά που έλαβε ο Σύριζα, θα είναι ψέμα. Ούτε σταθερή ψηφοφόρος τους είμαι, ούτε ιδιαίτερες προσδοκίες έχω, καθώς τα φλερτ με την εξουσία αλλοιώνουν κατά κανόνα και τις ευγενέστερες ιδέες. Θέλει κότσια για να αφουγκραστείς και να υπηρετήσεις πρακτικά, τις ανάγκες της κοινωνίας. Η αλληλεγγύη και η στήριξη απαιτούν αρχίδια. Εύχομαι να τα έχει ο Σύριζα και να μην πουλήσει την κοινωνία που τον ψήφισε και κατά τα φαινόμενα θα τον στηρίξει στις «επαναληπτικές», για κομματική ιδιοτέλεια κι εκλογικά παιχνιδάκια.

Το άλλο μήνυμα της Κυριακής όμως είναι πιο σημαντικό και γροθιά στο στομάχι. 30 σχεδόν από τους 200 ψηφοφόρους που πέρασαν την Κυριακή από μπροστά μου, επέλεξαν τη Χ.Α. Με εξαίρεση 2-3, που η εμφάνιση και η συμπεριφορά τους σε προϊδέαζε για τα πιστεύω τους, οι υπόλοιποι είχαν το προφίλ του ανθρώπου της διπλανής πόρτας. Οι εκλογές αυτές απέδειξαν ότι οι ψηφοφόροι τους βρίσκονται στον κοινωνικό μας περίγυρο, στη δουλειά μας, στις σχολές μας, στην πολυκατοικία μας. Άνθρωποι που μπορούσαν να επιλέξουν ανάμεσα σε δεκάδες κόμματα, έδειξαν την αντίδρασή τους στέλνοντας στη βουλή τους ναζί. Πόσο επικίνδυνο είναι αυτό, μπορούν άραγε να το αντιληφθούν; Κι εμείς, τί κάνουμε αλήθεια;

the something rain

10 Μαρτίου, 2012

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε συνδυασμό με την αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τίμησαν σήμερα την Κωνσταντίνα Κούνεβα, για το σθένος της να καταγγείλει το εργασιακό καθεστώς που επικρατεί στα συνεργεία καθαρισμού στην Ελλάδα.

Τιμή που έρχεται σε μια περίεργη συγκυρία, αν αναλογιστεί κανείς τις πιέσεις που ασκούνται από κάθε κατεύθυνση, για συρρίκνωση και καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας και για την επιβολή ενός εργασιακού μεσαίωνα.

Στην Κούνεβα βέβαια αξίζει κάθε τιμή. Λίγοι υψώνουν ανάστημα, αψηφώντας εκβιασμούς και τρομοκρατία. Φαντάζομαι πως και η ίδια θα ήταν περισσότερο χαρούμενη αν την πράξη της τιμούσαν οι εργαζόμενοι, αντλώντας έμπνευση και κουράγιο από τη στάση της, που έφερε στην επιφάνεια τα προβλήματα του χώρου εργασίας της, με τραγικές, για την ίδια, συνέπειες.

Αν έχει δείξει κάτι ο τελευταίος χρόνος, είναι πως η αντίσταση στους εκβιασμούς, μπροστά στο φόβο της ανεργίας, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Η διατήρηση της θέσης εργασίας έχει αναχθεί στο ύψιστο διακύβευμα, που νομιμοποιεί κάθε είδους «παρανομία» εκ μέρους των εργοδοτών, με τις ευλογίες πλέον και του νόμου.

Διαβάστε τη συνέντευξη της Κούνεβα, που δημοσιεύθηκε στο τρίτο τεύχος του περιοδικού ΜΟΝΟ. Απόσπασμά της θα βρείτε εδώ. Μιλά για την κρίση στη Βουλγαρία πριν και μετά το ’89, για τις ομοιότητες και τις διαφορές με την κατάσταση που βρήκε όταν ήρθε στην Ελλάδα, για σήμερα. Μόνο θαυμασμό και σεβασμό μπορεί να νιώσει κανείς γι’ αυτή τη δυνατή γυναίκα.

Δεν αντέχω άλλο τη βροχή. Θέλω να πάρω το ποδήλατο και να μείνω για ώρες κάτω από τον ήλιο, μέχρι να κοκκινίσει το δέρμα μου και να κάνουν περίγραμμα τα γυαλιά ηλίου στο πρόσωπο.

Μετά τα καλά λόγια της φίλης μου Χ., θα παρακολουθήσω στο φεστιβάλ το ντοκιμαντέρ «Απαλλοτρίωση» του Μάνου Παπαδάκη. Γυρισμένο στη Δυτική Μακεδονία, όπου αναπτύσσονται τα λιγνιτωρυχεία της ΔΕΗ, επιχειρεί να φωτίσει την εκδίωξη χιλιάδων ανθρώπων από τα σπίτια τους. Το θέμα έχει μεγάλο ενδιαφέρον, παρ’ όλο που, όπως λέει και η Χ., βγαίνει σε μια δύσκολη για τη ΔΕΗ περίοδο. Έχουν προγραμματιστεί δυο προβολές, για τις 12 και 18 Μαρτίου.

υ.γ. Είναι τόσο ωραίο το νέο άλμπουμ των Tindersticks…

Blue Monday

2 Μαρτίου, 2012

Image

Τη Δευτέρα εκείνη το κουδούνι χτύπησε στις 9 το πρωί, όταν έπινε ακόμα τον καφέ της. Δεν περίμενε κανέναν. Δευτερόλεπτα αργότερα, ένας άγνωστος άνδρας στην πόρτα την ενημέρωνε ότι ο σύζυγός της έπαθε γαστρορραγία κι ότι βρίσκεται στο νοσοκομείο. Σάστισε. Το πρωί ήταν μια χαρά πριν ξεκινήσει για το γραφείο. Εντάξει, το είχε τσούξει λιγάκι το Σαββατοκύριακο, μα ήταν Χριστούγεννα. Δεν είχε ως τώρα προβλήματα με την υγεία του, πέρα ίσως από μερικά ανεβοκατεβάσματα της χοληστερίνης. Ο διάλογος που ακολούθησε ήταν σύντομος κι ακατάληπτος. Ο άγνωστος άνδρας της είπε ότι δε χρειαζόταν να πάρει μαζί της πιτζάμες ή βιβλιάριο υγείας. Κι εκείνη ενημέρωσε βιαστικά τη μεγάλη της κόρη κι αποχώρησε.

Διακοπές Χριστουγέννων. Σχολεία κλειστά, αγορά εορταστική, κατανάλωση. Η μικρή είχε ήδη φύγει για το κέντρο και η μεγάλη έπαιζε βαριεστημένα με τη βελόνα του ραδιοφώνου, ανάμεσα σε Κιβωτό και Παρατηρητή. Πρώτη είδηση στο δελτίο ειδήσεων ένα θανατηφόρο τροχαίο στην εθνική. Τρεις νεκροί, με όνομα κι επίθετο. Δεν ήταν λοιπόν γαστρορραγία.

Μερικές φορές ο χρόνος τρέχει με ρυθμούς καταιγιστικούς,  πράγματα εξελίσσονται γύρω σου χωρίς να το καταλαβαίνεις και μηχανικά, σαν ρομποτάκι, παίρνεις μέρος σε μια παράσταση με άδοξο τέλος. Απ’ έξω αξιοπρέπεια κι από μέσα κατάθλιψη, δύναμη με το στανιό για τα παιδιά, αγώνας. Σύντομα τα κορίτσια θα άρχιζαν να δουλεύουν για 3 κι 60 σε άχαρα γραφεία κι ανασκαφές, στην άλλη άκρη της χώρας. Παρ’ όλο που είχαν δυνατότητες, η ταπεινή σύνταξη του δημοσίου δεν έφτανε για μεταπτυχιακά και φοιτητική ντόλτσε βίτα στην Αγγλία. Οι παρέες χωρίστηκαν.

Τι έχει μείνει, πολλά χρόνια μετά; Το Pioneer κοστούμι στη ντουλάπα. Ο μαύρος χαρτοφύλακας, με τον περίεργο συνδυασμό. Οι φωτογραφίες από το τελευταίο τους ταξίδι στο Κάιρο. Τα γυαλιά του, στο δεύτερο συρτάρι.

Σε μας; Φοβία για τις προσπεράσεις στην εθνική, φοβία κάθε φορά που οι δικοί μας δεν έρχονται στην ώρα τους στο σπίτι ή όταν το τηλέφωνο χτυπάει ξημερώματα. Φοβία: μια λέξη επικίνδυνη κι αντίπαλος σκληρός, που όμως σε σκληραίνει και σένα και σε πεισμώνει.

Η απαίτηση να σε καταλάβει ο άλλος είναι δικαίως παράλογη, αφού σκοντάφτει σε εγγενείς αδυναμίες. Πώς, για παράδειγμα, να αφουγκραστεί ο άλλος την ανησυχία σου, αν οι παππούδες του έχουν πιάσει τα 90; Κάπως έτσι μετατρέπεσαι στο κτητικό τέρας που αρέσκεται να επιβλέπει τη ζωή των άλλων, με διερευνητικά τηλεφωνήματα κι εμμονή με το ρολόι, αντιστοιχίσεις λεπτών σε χιλιόμετρα και μετάφραση των καιρικών συνθηκών σε αποδεκτή (ή μη) καθυστέρηση.

Είπαμε όμως, οι φοβίες μας μας πεισμώνουν. Και ξέρουμε καλά ότι τελικά, μπορούμε να αντέξουμε τα πάντα.

Farewell to predictability

23 Δεκεμβρίου, 2011

 

Μακριά από προβλέψιμους διαλόγους και φλυαρίες, το καλά κρυμμένο ταλέντο απρόβλεπτων ανθρώπων, σου δίνει κουράγιο.

Κοκτέηλ

15 Δεκεμβρίου, 2011

Για 48 ώρες η Α., η Μ. και η Γ. θα πίνουν κοκτέηλ και θα συζητάνε.

Για αγόρια, για ανεκπλήρωτα όνειρα και για μικρά θαυματάκια.