Οκτώβρης

Οκτώβριος 15, 2012

 

Το γεροντάκι του πρώτου ορόφου περνά πολλές ώρες καθημερινά στο μπαλκόνι και διαολοστέλνει όποιον διασχίζει το δρόμο. Φυσικά δεν μου επιφυλάσσει ειδική μεταχείριση και μ’ έχει στείλει και μένα στον αγύριστο κάμποσες φορές, όπως λόγου χάρη όταν βγαίνω από την πολυκατοικία, ή κάθε φορά που ποτίζω τα λουλούδια και βρέχω την τέντα του. Αν όμως τύχει και συναντηθούμε πρόσωπο με πρόσωπο, συνομιλούμε σαν να μη συμβαίνει τίποτε, ενώ πριν λίγες μέρες που τον πέτυχα στην είσοδο και του πρόσφερα ένα κουλουράκι, κάθισε στα σκαλιά και το ‘φαγε με γελαστά μάτια σαν μικρό παιδί, που λαχταρά λιχουδιές και φροντίδα.

Ο γιος του μένει επίσης στην πολυκατοικία μας. Τον επισκέπτεται τα μεσημέρια για λίγα λεπτά, για να του αφήσει το φαγητό του. Άλλο χρόνο δεν του αφιερώνει, έχει κι εκείνος τα δικά του προβλήματα. Σε κάθε ευκαιρία όμως, αν τύχει και πιάσεις κουβέντα μαζί του, απευθύνει το ρητορικό ερώτημα  «ξέρεις τι είναι να έχεις έναν συνταξιούχο στην οικογένεια τη σήμερον ημέρα;»

Φυσικά όλοι ξέρουν. Ένας συνταξιούχος στην οικογένεια σήμερα, ισοδυναμεί μ’ ένα πορτοφόλι που περιέχει 500 ευρώ, μπόνους στον κουτσουρεμένο μισθό ή στο επίδομα ανεργίας. Όπως και να το κάνουμε, είναι μεγάλη υπόθεση.

Αν πάθει κάτι το γεροντάκι του πρώτου, για την πεντακοσάρα θα κλαιει περισσότερο ο γιος του, παρά για την απώλεια του πατέρα του.

Θα μου πεις τώρα, γιατί στα γράφω όλ’ αυτά;

Καταρχήν διότι έχω την αίσθηση πως αυτός ο χρόνος θα είναι δύσκολος για το γεράκο του πρώτου. Η υγεία του είναι κλονισμένη,  οι κοινωνικές παροχές ανύπαρκτες και πολύ σύντομα θα κάθεται στη βεράντα κουκουλωμένος με την κουβέρτα και μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι και θα βρίζει ακόμα περισσότερο, την κακή του τύχη και τον κόσμο όλο. Κάποτε είχε να ελπίζει σ’ ένα σύστημα πρόνοιας, που εγγυάται ένα ελάχιστο όριο βιοτικού επιπέδου. Πού να φανταστεί ότι  θα έρθει η μέρα που θ’ αδυνατεί να ζεστάνει το σπίτι του; Ή ότι το παιδί του έχει στεγνώσει από κάθε συναίσθημα και τον βλέπει σαν τραπεζικό λογαριασμό; Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, η άνοια μοιάζει μ’ ευλογία.

Οι υπόλοιποι ένοικοι παλεύουν με τα δικά τους τέρατα.

 Κι εγώ με τα δικά μου.

Αυτό το βρώμικο πέπλο της παράνοιας που έχει στοιχειώσει κάθε έκφανση της καθημερινής ζωής, δεν αποτινάσσεται με τίποτα. Μαγειρεύεις και παράλληλα σκέφτεσαι ότι αποτελείς μέρος ενός πειράματος με προδιαγεγραμμένη αποτυχία. Βγαίνεις βόλτα και φαντάζεσαι ότι κάποιος μπορεί να σου κλείσει το στόμα και να σου απαγορεύσει να μιλήσεις, επειδή θεωρεί τα λόγια σου ανήθικα. Δύσκολα έρχεται ο ύπνος το βράδυ. Ο Σ. λέει ότι τα πράγματα είναι οριακά. Ότι δε θ’ αργήσει να υπάρξει αντίδραση, γιατί δεν μπορεί να ηττηθεί η λογική. Ότι στο επίκεντρο είναι ο άνθρωπος, όσο κι αν προσπαθούν να μας επιβάλουν το αντίθετο.

Έτσι πρέπει να είναι.

Advertisements

It’s getting colder

Οκτώβριος 5, 2012

Στη χώρα μου το άσπρο έχει γίνει μαύρο. Ολοένα και περισσότερα μάτια θολώνουν. Μυαλά υποτάσσονται στα ψεύδη των μέσων. Άνθρωποι στα όρια της ανέχειας αντιμετωπίζονται ως εγκληματίες. Διεκδικούν αυτό που τους ανήκει και εισπράττουν πληγές στο κεφάλι. Παιδιά διαπομπεύονται και βασανίζονται. Το τεκμήριο της αθωότητας ισχύει μόνο για τους πολιτικούς. Κάποιοι ματώνουν και άλλοι θησαυρίζουν. Πολλοί ματώνουν και λίγοι θησαυρίζουν. Περίεργοι πλουτισμοί. Όχι παράνομοι ή αδικαιολόγητοι, αλλά περίεργοι. Νέα ήθη. Φασίστες μετέχουν σε επιτροπές κατά του ρατσισμού.

Δεν μπορεί, πρέπει να ζούμε σε άλλη πραγματικότητα.

Έξω έχει 30 βαθμούς. Αλλά κάνει πολύ κρύο.

I can’t hear you

Σεπτεμβρίου 17, 2012

Δε χρειάζεται ιδιαίτερη διορατικότητα για ν’ αντιληφθεί κανείς ότι η ανοχή της φασιστικής βίας και της υποστηρικτικής της φρασεολογίας, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε γενικευμένα πογκρόμ με δυνητικούς αποδέκτες το σύνολο της κοινωνίας.

Κι επειδή η συνδυασμένη με την αγραμματοσύνη υποκρισία ξεχειλίζει, να μη σου κάνει καμία εντύπωση όταν οι ίδιοι που βλέπουν ευκαιρίες των φασιστικών συμμοριών για εκδημοκρατισμό, ή εκείνοι που φιλοξενούν πολυσέλιδα αφιερώματα για τους παρακρατικούς στις φυλλάδες τους, θ’ απορούν και θα εκφράζουν τον αποτροπιασμό τους για μαχαιρώματα από 14χρονα σε πλατείες και σχολεία. Και το μαχαίρι αυτό θα το κρατούν πολλοί: οι δάσκαλοι που δε δίδαξαν, οι γονείς που επέτρεψαν στην εξαθλίωση να νομιμοποιήσει μικρούς, καθημερινούς φασισμούς, οι ανιστόρητοι, πληρωμένοι κονδυλοφόροι.

Το θέμα είναι τί κάνουμε. Εσύ. Κι εγώ.

Let live what must live

Σεπτεμβρίου 2, 2012

Πώς να τελειώσει μέσα μας το καλοκαίρι, η μαύρη άμμος, ο βυθός,

η αντανάκλαση του ήλιου μέσα στις σπηλιές

και τα εκατομμύρια αστέρια

Και πώς να χαθεί άλλωστε;

Ακόμα και στις πιο κρύες νύχτες του χειμώνα,

εκεί είναι οι σκέψεις μας.

Ας ζήσει ό,τι πρέπει να ζήσει

 κι ας να πεθάνει ό,τι πρέπει να πεθάνει, λένε

(και μάλιστα τόσο μελωδικά, που κοντεύω να το πιστέψω).

Οπότε,

καλό μας φθινόπωρο

Because you’re just as clear as me

Αύγουστος 11, 2012

Αν δε φυσούσε αέρας για να σηκώσει θύελλες άμμου το χειμώνα

θα μπορούσα να πω με βεβαιότητα

ότι οι πατημασιές μας βρίσκονται ακόμα σ’ εκείνη την παραλία

ανάμεσα σε κοχύλια, ξερόχορτα και πούπουλα γλάρων

… και φυσικά, σ’ εκείνο τον κρυμμένο παράδεισο

είναι οι μοναδικές.

Image

Το μεθεπόμενο Παρασκευο-Σαββατοκύριακο, παίρνουμε τους φίλους μας τηλέφωνο και δίνουμε ραντεβού στο πρώην στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Σταυρούπολη, για το 15ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Συζητήσεις, προβολές, συναυλίες, σε μια περίοδο που τα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα βρίσκονται στο στόχαστρο.

Κάλεσμα και πρόγραμμα στην ιστοσελίδα της Αντιρατσιστικής Πρωτοβουλίας

Strawberry fields

Ιουνίου 19, 2012

Μ’ έναν τεράστιο κόμπο στο στομάχι, έβλεπα χθες από το παράθυρο του λεωφορείου τα φραουλοχώραφα στη Μανωλάδα. Στη μπροστινή θέση καθόταν μόνος του ένας μετανάστης γύρω στα τριάντα, με λερωμένο πουκάμισο και σκονισμένα μαλλιά. Το λεωφορείο έκανε στάσεις κάθε πέντε λεπτά για να επιβιβαστούν άνθρωποι απ’ όλα τα χωριά ανάμεσα στην Πάτρα και τον Πύργο και παρ’ όλο που ήταν σχεδόν κατάμεστο,  κανένας δεν πήγε να καθίσει δίπλα του. Στο μυαλό μου ερχόταν συνεχώς η εικόνα του αγρότη, που τέτοιον καιρό πριν λίγα χρόνια έδεσε στο μηχανάκι του μετανάστη και τον έσερνε στο χωριό για παραδειγματισμό, επειδή, όπως ισχυρίστηκε, είχε διαπράξει «ζωοκλοπή». Σ’ ένα από τα χωράφια  που εφαπτόταν στο δρόμο κυμάτιζαν δυο τεράστιες σημαίες, η ελληνική και η βυζαντινή. Πιθανότατα ο ελληναράς ιδιοκτήτης του απασχολεί ξένους για να συλλέγουν τις φράουλες, όπως είθισται στην περιοχή. Αυτά, όμως, είναι ψιλά γράμματα.

Λίγο νωρίτερα, στο ταξί που θα με πήγαινε στο ΚΤΕΛ, ο οδηγός με θυμό είπε «ουστ!» στην τσιγγάνα που άπλωσε το χέρι στα φανάρια, λες και φώναζε σε αδέσποτο σκύλο. «Να πας στη Ρουμανία, από κει που ‘ρθες», της είπε με μάτια που πετούσαν φλόγες, ενώ εκείνη κατευθύνθηκε ανέκφραστη στο επόμενο αυτοκίνητο. Γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη, ενώ θα μπορούσα να του πω το αυτονόητο, ότι πρόκειται για μια εξαθλιωμένη γυναίκα που πεινάει. Σκεφτόμουν όμως ήδη την απάντησή του –  «κι εγώ πεινάω» – και δευτερόλεπτα αργότερα περιεργαζόμουν την  τεράστια κοιλιά του.

Δυο μέρες στον Πύργο κοντοστεκόμουν ανάμεσα σε παρέες για να κρυφακούσω τις συζητήσεις τους. Στα καφέ, στην πλατεία, στα σοκάκια του κέντρου, προσπαθούσα λαθραία ν’ αφουγκραστώ τα συναισθήματα των ανθρώπων για το μέλλον τους. Η απογοήτευση ήρθε γρήγορα, οι περισσότεροι δεν ήθελαν να ψηφίσουν (είναι μάταιο, είναι όλοι άχρηστοι, θα πάω για μπάνιο), ενώ αρκετοί μιλούσαν ανοιχτά υπέρ των νεοναζί, θαυμάζοντας το περιβόητο χαστούκι.

Ένιωθα ότι η ελληνική επαρχία έχει γίνει εμετικά ασφυκτική και πως όσοι δε συμπορεύονται με τα ήθη και έθιμα που οι άγραφοι νόμοι της επιβάλλουν, είναι πραγματικοί ήρωες. Ανυπομονούσα να φύγω, τουλάχιστον στα αστικά κέντρα υπάρχει μια στοιχειώδης ταξική συνείδηση κι επιβιώνει η αλληλεγγύη, σκεφτόμουν, ενώ παράλληλα διαπίστωνα με πόση αφέλεια έλεγα κάποτε ότι θα μπορούσα να ζήσω σε ένα χωριό, σε σπίτι με κήπο ή κοντά στη θάλασσα.

Το βράδυ πριν τη μετεπιβίβαση στο λεωφορείο που θα με μετέφερε στη Θεσσαλονίκη κι ενώ οι κάλπες είχαν πια κλείσει, οι ταξιτζήδες στην πιάτσα του Κτελ Αχαΐας ρωτούσαν ο ένας τον άλλο αν βγήκε ο Κασιδιάρης. Πλέον μου πονούσε η κοιλιά, το δέρμα μου έκαιγε και με το ζόρι έπαιρνα ανάσα.

Εννιά. Ο οδηγός του λεωφορείου, ένας συμπαθητικός μεσήλικας, χαιρέτησε τους περισσότερους επιβάτες, κάθισε στη θέση του κι άνοιξε το ραδιόφωνο για ν’ ακούσουμε τα αποτελέσματα. Δέκα λεπτά αργότερα, ακούστηκε μια φωνή από τα πίσω καθίσματα που απαιτούσε να βάλει στο ραδιόφωνο μουσική, ενώ παράλληλα 3-4 υπερθεμάτισαν, επειδή δεν ήθελαν «να ασχολούμαστε άλλο με τα λαμόγια».

Νωρίτερα διάβαζα στο twitter για οικογενειακές αψιμαχίες που εκπορεύονται από ιδεοληψίες μεγάλων σε ηλικία συγγενών, που είναι επιρρεπείς στην προπαγάνδα των μέσων. Μου ήρθε στο μυαλό η δική μου θεία. Δεκαετίες ολόκληρες στηρίζει την αριστερά, μα το βράδυ της Παρασκευής μου είπε ότι θα ψηφίσει «τους άλλους». Υποστήριξε ότι έτσι πρέπει να γίνει, διότι ο τόπος πρέπει ν’ αποκτήσει επειγόντως κυβέρνηση, αφού ο  λαός από την τσέπη του πληρώνει για τις εκλογές. Όταν τη ρώτησα πώς μπορεί να με κοιτάζει στα μάτια και να μου λέει αυτό το πράγμα, επανέλαβε τα ίδια λόγια, σαν να διάβαζε το auto cue των ειδήσεων του Μέγκα.

Μου είχε ζητήσει να περάσω ξανά στην επιστροφή μου από το χωριό για να τη δω και να μου δώσει λάδι και φρούτα από το κτήμα της.

Γύρισα από άλλη διαδρομή και δεν μπόρεσα καν να της τηλεφωνήσω.